“Αριθμός Απόφασης:2005/2021

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 9ο Μονομελές

Αποτελούμενο από τον Αριστοτέλη Ασπρέα, Εφέτη Δ.Δ., και γραμματέα τον Ιωάννη Ρήγα, δικαστικό υπάλληλο, συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2021 για να δικάσει την με ημερομηνία κατάθεσης 9.7.2020 (ΑΒΕΜ ΕΦ 2122/21.7.2020) έφεση τ ο υ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Μετοχικό Ταμείο Στρατού – Ειδικός Λογαριασμός Αλληλοβοηθείας Στρατού» (Μ.Τ.Σ. – Ε.ΛΟ.Α.Σ.), που παραστάθηκε με την από 5.5.2021 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της πληρεξουσίας δικηγόρου του ……….. κ α τ ά  τ ω ν  1…… ….25. οι οποίοι παραστάθηκαν Save με την από 12.5.2021 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2, Κ.Δ.Δ., του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ηλία Κολλύρη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η εξαφάνιση της 8337/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 31.7.2014 αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων, υποχρεώθηκε το Μ.Τ.Σ. – Ε.ΛΟ.Α.Σ. να καταβάλει σε καθέναν απ’ αυτούς τους τόκους επί του συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος που ήδη έλαβαν, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτού να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στους εφεσίβλητους τα εξής ποσά: στους 1ο και 12ο 2.381,04 ευρώ, στους 2ο, 8ο, 9ο και 10ο 2.637,45 ευρώ, στον 3ο 2.637,10 ευρώ, στον 5ο 1.861,50 ευρώ, στον 6ο 2.632,82 ευρώ, στον 7ο 2.282,10 ευρώ, στους 11ο και 13ο 2.078,01 ευρώ, στον 14ο 2.398,74 ευρώ και στον 15ο 2.916,82 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την καταβολή σ’ αυτούς μειωμένου εφάπαξ βοηθήματος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των περ. 31 έως και 33 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει το ποσό των 6.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής για τον ίδιο ως άνω λόγο.

2. Επειδή, το ν.δ. 398/1974 «περί Ταμείων Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας» (Α΄ 116), ορίζει, στο άρθρο 1, ότι: «1. Τα υφιστάμενα Ταμεία Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας , αποτελούντα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τελούντα υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, διά του Αρχηγείου του οικείου Κλάδου, έχουν σκοπόν την , συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος, χορήγησιν εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος εις τους εξερχομένους των τάξεων των Ενόπλων Δυνάμεων … μετόχους … 2. …», στο άρθρο 8, ότι: « 1. Μέτοχοι των Ταμείων Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας τυγχάνουν υποχρεωτικώς: α) Οι εν ενεργεία μόνιμοι αξιωματικοί, ανθυπασπισταί και υπαξιωματικοί των αντιστοίχων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων β) … 2. … 3. …», στο άρθρο 9, ότι: « 1. Η μετοχική σχέσις άρχεται από της κατατάξεως των εν άρθρω 8 ως μονίμων στελεχών, αφ’ ης άρχεται η υποχρέωσίς των προς καταβολήν της κεκανονισμένης προς το οικείον Ταμείον Αλληλοβοηθείας παγίας εισφοράς, λήγει δε από της οριστικής εξόδου των εκ των τάξεων του Στρατεύματος, ότε και παύει η λόγω εισφοράς ενεργουμένη κράτησις. 2. … 3. … 4. …», και, στο άρθρο 17, ότι: « 1. Το υπό των Ταμείων Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα εις τους εξερχομένους του Στρατεύματος μετόχους τούτων συνίσταται εκ του αθροίσματος βασικού μισθού, προσαυξήσεως ευδοκίμου παραμονής και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, δι’ ων εμισθοδοτήθη ο δικαιούχος κατά την ημέραν της εξόδου του, πολλαπλασιαζομένου επί τον αριθμόν των ετών συμμετοχής τούτου εις το Ταμείον. Διά χρόνον μικρότερον του έτους υπολογίζεται ανάλογον ποσοστόν. Χρόνος ίσος ή μεγαλύτερος του δεκαπενθημέρου λογίζεται ως πλήρης μην, μικρότερος δε του δεκαπενθημέρου δεν υπολογίζεται. 2. …».

3. Επειδή, περαιτέρω, ιδιαίτερες, μισθολογικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις για τους αξιωματικούς, ανθυπασπιστές και μονίμους και εθελοντές οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας περιελήφθησαν, αρχικώς, στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 754/1978 «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων Πολιτικών και Στρατιωτικών, των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., ως και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (Α΄ 17). Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του Ν.1643/1986 «Μισθολογικές ρυθμίσεις στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις» (Α΄ 126) επιχειρήθηκε η αναμόρφωση του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων, και των αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος και η εισαγωγή ενός μισθολογίου αποκλειστικής επ’ αυτών εφαρμογής. Εκτεταμένες αλλαγές του μισθολογίου αυτού επήλθαν με τον επακολουθήσαντα Ν. 2448/1996 «Μισθολογικές ρυθμίσεις μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος.» (Α΄ 279), με τις διατάξεις του οποίου καθορίστηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων προς αυτόν, ως βάση για τον υπολογισμό του μισθού των λοιπών βαθμών της ιεραρχίας. Με τον ίδιο νόμο χορηγήθηκαν συγκριτικώς υψηλότερες αυξήσεις στους ανώτατους αξιωματικούς, “προς ενίσχυση του κύρους του βαθμού και για την αντιστάθμιση της αυξημένης ευθύνης των καθηκόντων που τους ανατίθενται”, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου. Παραλλήλως, επιχειρήθηκε η εκλογίκευση της επιδοματικής πολιτικής, με τη διατήρηση ορισμένων βασικών επιδομάτων (χρόνου υπηρεσίας και οικογενειακών βαρών), την αύξηση ορισμένων άλλων (εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών), τη θέσπιση νέων (επιδόματα ειδικής απασχόλησης, επιτελικής ευθύνης, έξοδα παράστασης) και την κατάργηση των υπολοίπων επιδομάτων που είχαν χορηγηθεί κατά το παρελθόν. Ακολούθησε ο Ν. 3205/2003 (Α΄ 297), με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ζ του οποίου (άρθρα 50 και 51) τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του μισθολογίου των μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, το οποίο από της ενάρξεως ισχύος του ν. 2448/1996 είχε υποστεί διαδοχικές τροποποιήσεις. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ότι με τις διατάξεις του κωδικοποιούνται οι αλλαγές που επήλθαν μέχρι σήμερα και χορηγούνται επιπλέον αυξήσεις ώστε η δομή του μισθολογίου να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σύγχρονες ανάγκες του προσωπικού του. Ειδικότερα, αυξάνονται οι βασικοί μισθοί και το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ενώ διατηρούνται σταθερές οι υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των μισθών όλων των βαθμών. Για το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας αναφέρεται ότι προβλέπεται περαιτέρω αύξηση των επιδομάτων και αποζημιώσεων που συνδέονται με την παροχή πρόσθετης εργασίας, προκειμένου να εξυπηρετείται καλύτερα η εύρυθμη λειτουργία των αντίστοιχων υπηρεσιών. Με τις διατάξεις του άρθρου 50 του ως άνω N. 3205/2003 διατηρήθηκε ως βάση υπολογισμού των αποδοχών των στελεχών αυτών ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού. Πέραν του μηνιαίου βασικού μισθού, με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ίδιου νόμου, προβλεπόταν η χορήγηση στο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας, οικογενειακής παροχής και εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, καθώς και ειδικών επιδομάτων, συνδεομένων με την ιδιαίτερη φύση της αποστολής τους (ειδικών συνθηκών, ειδικής απασχόλησης, θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, ευθύνης διοίκησης διεύθυνσης και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων), και εξόδων παράστασης. Με τις ίδιες διατάξεις διατηρήθηκαν, επίσης, τα ήδη χορηγούμενα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας.

4. Επειδή, με την 2192/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31- 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 1.8.2012, καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διατάξεως της περιπτώσεως 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας), ως αρχή που εγγυάται την αποτελεσματική εκπλήρωση της κρατικής αποστολής τους και ως αντιστάθμισμα για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτελέσεως των καθηκόντων τους. Εξάλλου, με την ίδια ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μεν μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι την ίδια κατηγορία πολιτών, κατά παράβαση της κατ’ άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.

5. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246/15.11.2014), καταργήθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, οι προμνησθείσες αντισυνταγματικές διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (παρ. 1 α του άρθρου 86) και με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 86 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζεται «ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναπροσαρμοσμένων αποδοχών και συντάξεων, καθώς και της διαφοράς αποδοχών και συντάξεων που απορρέει από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2014 προς τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, εν ενεργεία και απόστρατους». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε η οικ.2/88371/ΔΕΠ/17.11.2014 (Β΄ 3093) Κοινή Υπουργική Απόφαση, με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014 περί αναπροσαρμογής των αποδοχών των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, καθ’ ο μέρος αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως και 30.11.2014 θα καταβληθούν εφάπαξ με τις αναπροσαρμοσμένες, βάσει των ίδιων διατάξεων, αποδοχές του Δεκεμβρίου του αυτού έτους. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 αυτής ορίστηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που αφορούν το προγενέστερο χρονικό διάστημα (1.8.2012 έως 30.6.2014), εάν μεν δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, θα καταβληθούν εφάπαξ την 27-1-2015, εάν δε υπερβαίνουν το ποσό αυτό, θα καταβληθούν σταδιακά σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων θα καταβληθεί την 27-1-2015, ενώ οι επόμενες «θα καταβάλλονται την εικοστή εβδόμη (27η) ημέρα εκάστου μηνός μέχρι και την 27.12.2017, οπότε θα καταβληθεί η τελευταία δόση» (άρθρο 2).

6. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν.4307/2014 επιχειρήθηκε η αναδρομική από 1-8-2012 αναπροσαρμογή των αποδοχών των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας σε συμμόρφωση προς τις 2192-6/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και στο μέτρο που το επιτρέπουν η δημοσιονομική κατάσταση και οι υποχρεώσεις της χώρας από την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής πολιτικής κατά τον χρόνο θεσπίσεως των ρυθμίσεων. Ωστόσο, όπως ακολούθως κρίθηκε με την 1125/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 86 του ν.4307/2014 κατά το αναδρομικό τους μέρος καθώς και η απολύτως συναφής διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, καθώς οι λόγοι δημοσιονομικού συμφέροντος δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικές τις επίμαχες αναδρομικές ρυθμίσεις, αφενός μεν διότι όμοιοι λόγοι είχαν προσβληθεί και είχαν αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στις δίκες εφ’ ων εκδόθηκαν οι επίμαχες ακυρωτικές αποφάσεις ( Σ.τ.Ε. 2192/2014, σκ.17 και 21, 2193/2014 σκ.16 και 20, 2194/2014 σκ.15 και 19, 2195/2014 σκ.15 και 19, 2196/2014 σκ.16 και 20), αφετέρου δε και εν πάση περιπτώσει διότι τέτοιοι λόγοι δεν απαλλάσσουν τον κοινό νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση από την υποχρέωση τηρήσεως της συνταγματικής διατάξεως για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων (Σ.τ.Ε. 259/2018).

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Οι εφεσίβλητοι, συνταξιούχοι του Μ.Τ.Σ. – Ε.Λ.Ο.Α.Σ., έλαβαν από αυτό εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, το οποίο υπολογίστηκε μειωμένο, βάσει των οριζόμενων στις περιπτώσεις 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (αφαιρουμένων των σχετικών κρατήσεων – εκπτώσεων) ύψους 91.862,22 € ο 1ος, 94.638,25 € ο 2ος,   49.803,89 € ο 3ος, 90.452,04 € ο 4ος, 51.037,91 € ο 5ος, 66.915,49 € ο 6ος, 57.560,75 € ο 7ος, 94.638,25 € ο 8ος, 64.595,92 € ο 9ος, 94.638,25 € ο 10ος, 73.543,51 € ο 11ος, 91.862,22 € ο 12ος, 88.581,45 € ο 13ος, 88.236,84 € ο 14ος, και 97.662,72 € ο 15ος (βλ. τις 22-01/13.11.2013, 03-01/12.2.2014, 03-01/12.2.2014, 01-02/22.1.2013, 22-01/13.11.2013, 02-03/17.1.2014, 02-01/1.2.2013, 22-01/13.11.2013, 02-03/17.1.2014, 03-01/12.2.2014, 02-03/17.1.2014, 02-03/17.1.2014, 03-01/12.2.2014, 02-01/1.2.2013, 03-01/12.2.2014 Πράξεις Απονομής Βοηθήματος του Ε.ΛΟ.Α.Σ. αντίστοιχα). Μεταγενεστέρως, χορηγήθηκε από το εκκαλούν στους εφεσίβλητους (οι οποίοι έλαβαν το εφάπαξ από 1.8.2012 έως 31.12.2014) συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, βάσει των διατάξεων του ν. 4307/2014, το οποίο υπολογίστηκε επί του βασικού μισθού του βαθμού που δικαιούνταν, κατά το χρόνο αίτησης με αποτέλεσμα να τους καταβληθεί, σε μειωμένο ποσό, ήτοι έλαβε έκαστος εξ αυτών συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα (αφαιρουμένων των σχετικών κρατήσεων – εκπτώσεων) ύψους 8.493,67 € ο 1ος, 8.750,10 € ο 2ος,  8.749,75 € ο 3ος, 8.557,08 € ο 4ος, 7.994,69 € ο 5ος, 8.750,10 € ο 6ος, 8.300,67 € ο 7ος,  8.750,10 € ο 8ος, 8.750,10 € ο 9ος, 8.750,10 € ο 10ος, 8.190,62 € ο 11ος, 8.190,62 € ο 12ος, 8.493,67 € ο 13ος, 8.355,67 € ο 14ος και 9.029,49 € ο 15ος (βλ. τις 21-01/18.11.2015, 23-01/2.12.2015, 23-01/2.12.2015, 03-01/11.2.2015, 21-01/18.11.2015, 23-01/2.12.2015, 05-01/20.3.2015, 21-01/18.11.2015, 23-01/2.12.2015, 23-01/2.12.2015, 24-01/8.12.2015, 23-01/2.12.2015, 24-01/8.12.2015, 05-01/20.3.2015 και 23-01/2.12.2015 Πράξεις Απονομής Βοηθήματος του Ε.ΛΟ.Α.Σ. αντίστοιχα). Στη συνέχεια, οι εφεσίβλητοι άσκησαν την από 31.7.2014 αγωγή, με την οποία ζήτησαν α) να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, ως αποζημίωση, το ποσό των 6.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσίβλητου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, νομιμοτόκως, 17.511,82 ευρώ στον 1ο, 18.009,87 € στους 2ο και 3ο, 17.654,19 € στον 4ο, 19.998,38 € στον 5ο, 18.009,87 € στον 6ο, 19.297,96 € στον 7ο, 18.009,87 € στους 8ο, 9ο και 10ο, 16.870,89 € στον 11ο, 17.511,82 € στον 12ο, 16.870,89 € στον 13ο, 17.369,45 € στον 14ο και 18.579,36 € στον 15ο ως αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 – 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.), για τη ζημία που υπέστησαν από τον μη νόμιμο υπολογισμό των εφάπαξ βοηθημάτων τους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ήταν μη νόμιμος, καθώς οι διατάξεις αυτές κρίθηκαν αντισυνταγματικές με την 2192 – 2196/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στη συνέχεια δε η Διοίκηση συμμορφώθηκε μεν προς αυτές, αλλά πλημμελώς.

8. Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση, κρίθηκε καταρχάς ότι το εκκαλούν, το οποίο έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια καθώς και ικανότητα διαδίκου, ενομιμοποιείτο παθητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατ’ αυτού που θεμελιώνεται στον μη νόμιμο υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος εκ μέρους του κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση διαπιστώθηκε η κατάργηση της δίκης, κατ’ άρθρο 142 παρ. Κ.Δ.Δ., ως προς τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, που ήδη έλαβαν οι εφεσίβλητοι βάσει του ν. 4307/2014, καθώς μέρος της αξίωσής τους για χορήγηση συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος ικανοποιήθηκε, δεδομένου, όμως, ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν ατόκως, υποχρεώθηκε το εκκαλούν να καταβάλει τόκους με επιτόκιο 6% στους εφεσίβλητους από την επομένη επίδοσης της αγωγής (1.8.2014) έως και την καταβολή του συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος που έλαβε ο καθένας απ’ αυτούς. Τέλος, αφού ελήφθησαν υπόψη οι 2192/2014 και 1125/2016 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι η χορήγηση αρχικά εφάπαξ βοηθήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και, περαιτέρω, συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4307/2014, ήταν μη νόμιμη.

9. Επειδή, το εκκαλούν Ταμείο με την κρινόμενη έφεση ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλούμενη που δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη των οργάνων του Μ.Τ.Σ. – Ε.ΛΟ.Α.Σ., από την μειωμένη καταβολή του εφάπαξ των εφεσιβλήτων, ενώ η Διοίκηση του Ε.ΛΟ.Α.Σ συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων και στις επιταγές της νομοθεσίας, δρώντας κατά δεσμία αρμοδιότητα και χωρίς περιθώριο υποκειμενικής κρίσης, αντίθετα οι αξιώσεις των εφεσίβλητων προς αποκατάσταση της ζημίας, που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, οφείλονται σε πράξεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα στην αδράνεια του νομοθέτη να συμμορφωθεί πλήρως προς τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε.. Συναφώς διατείνεται ότι αν υποτεθεί ότι ως παράνομη πράξη θεωρείται ο υπολογισμός και η χορήγηση του εφάπαξ από τα όργανά του, υφίσταται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου από την αδράνεια του νομοθέτη ή τη μερική συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΣτΕ. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η ζημία προκλήθηκε στους εφεσίβλητους από τον παράνομο υπολογισμό των εφάπαξ βοηθημάτων, ο οποίος διενεργήθηκε από όργανα του εκκαλούντος Ταμείου που εφάρμοσαν διατάξεις, που, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές και, επομένως, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς αποζημίωση, έστω και αν οι εφαρμοσθείσες διατάξεις θεσπίστηκαν από την νομοθετική εξουσία.

10. Επειδή, το Δικαστήριο, ενόψει των όσων εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι: α) με την απόφαση 2192/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31- 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικώς από 1.8.2012, καθώς και οι απολύτως συναφείς προς αυτές διατάξεις της περίπτωσης 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2 και 29 παρ.9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των στρατιωτικών, β) με την 1125/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν αντίθετες στο άρθρο 95 παρ.5 του Συντάγματος και οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 86 του ν.4307/2014 κατά το αναδρομικό τους μέρος, καθώς και η απολύτως συναφής διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου και γ) στην προκείμενη περίπτωση, στους εφεσίβλητους χορηγήθηκε αρχικά εφάπαξ βοήθημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και, περαιτέρω, συμπληρωματικό όμοιο, βάσει των ως άνω διατάξεων του ν.4307/2014, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως περιορίστηκε (βλ. και τις διατάξεις των άρθ