Αριθμός 851/2021

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2020, με την εξής σύνθεση: Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μακρής, Β. Ανδρουλάκης, Σύμβουλοι, Ε. Αργυρός, Β. Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 10 Φεβρουαρίου 2020 αίτηση:

των: 1. ………..,…….. και 180……., οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Ηλία Κολλύρη (Α.Μ. 25296)

κατά του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 2ΓΕ/2019 προκήρυξη του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Β. Γκέρτσου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του καθ’ ου Α.Σ.Ε.Π., ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής 324982580950 0421 0037/2020).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 2ΓΕ/2019 προκήρυξης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (τ. Α.Σ.Ε.Π. 46/24.12.2019 και 5/26.2.2020), με την οποία κλήθηκαν οι εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κλάδων ΠΕ01, ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04, ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ08, ΠΕ11, ΠΕ33, ΠΕ34, ΠΕ40, ΠΕ41, ΠΕ78, ΠΕ80, ΠΕ81, ΠΕ82, ΠΕ83, ΠΕ84, ΠΕ85, ΠΕ86, ΠΕ87, ΠΕ88, ΠΕ89, ΠΕ90 και ΠΕ91 να υποβάλουν αίτηση για τη διαδικασία κατάταξης με σειρά προτεραιότητας, κατά κλάδο και ειδικότητα, για την πλήρωση των κενών θέσεων εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας Γενικής Εκπαίδευσης, καθώς και για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των οικείων βαθμίδων εκπαίδευσης.

3. Επειδή, το δικόγραφο της κρινομένης αίτησης υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Κατά την συζήτηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο οι αιτούντες που αναφέρονται στο δικόγραφο με τους αριθμούς 71, 108, 122, 166, 173, 176 και 177 δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως, για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της αίτησης. Εξ άλλου, μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης δεν προσκομίσθηκε πράξη παροχής πληρεξουσιότητας εκ μέρους των ανωτέρω προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο. Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω αιτούντες σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 και 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με την περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67).

4. Επειδή, οι λοιποί αιτούντες είναι εκπαιδευτικοί που ανήκουν σε κλάδους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στους οποίους αφορά η προσβαλλόμενη προκήρυξη και έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία κατάταξης, στην οποία έχουν δηλώσει ότι κατέχουν τέσσερα και άνω τέκνα. Με την κρινόμενη αίτηση ζητούν την ακύρωση της προκήρυξης αυτής, καθ’ ο μέρος επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 57 περ. γ΄ υποπερ. αα΄ του ν. 4589/2019 (Α΄ 13), σύμφωνα με την οποία, κατά την κατάταξη των υποψηφίων σε αξιολογικό πίνακα, βάσει του οποίου διενεργούνται οι διορισμοί των εκπαιδευτικών, βαθμολογούνται οι υποψήφιοι με τρεις (3) μονάδες για κάθε ανήλικο τέκνο τους, προβάλλοντας ότι η ρύθμιση αυτή είναι αντίθετη με διατάξεις του Συντάγματος και διεθνών συμβάσεων που επιτάσσουν στο Κράτος την παροχή ειδικής φροντίδας στους πολυτέκνους. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι αιτούντες έχουν άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης και πρέπει να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το καθ’ ου Α.Σ.Ε.Π. (πρβλ. ΣτΕ 1866/2020). Παραδεκτώς δε ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας.

5. Επειδή, στο άρθρο 21 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος. 3. … 5. (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, Α΄ 84) Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. 6. …».

6. Επειδή, οι παραπάνω συνταγματικές διατάξεις έχουν, κατά βάση, κατευθυντήριο χαρακτήρα και αφήνουν στον νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας για τους πολυτέκνους [δηλαδή τους έχοντες τέσσερα τέκνα και άνω, βλ. άρθρο πρώτο του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), όπως το άρθρο αυτό αρχικώς τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 860/1979 (Α΄ 2) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3454/2006 (Α΄ 75)] και τα μέλη των οικογενειών τους. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 21 του Συντάγματος, η θέσπιση της οποίας απέβλεψε εξ αρχής στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας (βλ. πρακτικά των συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση ΟΘ΄/26.4.1975, σελ. 479, 480 και 486, και πρακτικά των συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, σελ. 349), ο συνταγματικός νομοθέτης απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών με βάση τις κρατούσες συνθήκες και μέσα στα όρια που διαγράφουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές (βλ. ΣτΕ 1932/2018 επταμ., 719/2018 επταμ., 1087/2017 Ολομ., 2733/2017 επταμ., 902/2016, 986-8/2014 Ολομ., 2391, 3412/2013 επταμ., 2738/2010). Η λήψη των κατάλληλων αυτών μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών και ο ειδικότερος τρόπος εκπλήρωσης της υποχρέωσης προστασίας τους που απορρέει από το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος (ΣτΕ 4270/2014, σκ. 5) ανήκει στην ευχέρεια του νομοθέτη (βλ. ΣτΕ 1087/2017 Ολομ.), υπό την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές προστασίας και η έκτασή της καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη και, κατ’ εξουσιοδότηση, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση (βλ. ΣτΕ 4091/2012 επταμ., ΣτΕ 719/2018 επταμ., 902/2016, 3503/2004), οι σχετικές δε εκτιμήσεις, σταθμίσεις και επιλογές του νομοθέτη υπόκεινται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια (βλ. ΣτΕ 1087/2017 Ολομ., 1470/2016 Ολομ., 986-988/2014 Ολομ., 719/2018 επταμ. κ.ά.). Από τη συνταγματική αυτή διάταξη εξυπακούεται, όμως, ταυτόχρονα, όπως έχει παγίως κριθεί, στοιχειώδης απαγορευτικός κανόνας, δεσμευτικός για τον κοινό νομοθέτη, σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι συνταγματικώς ανεκτός ο περιορισμός ή η υποβάθμιση της παρεχόμενης στους πολυτέκνους ειδικής κρατικής φροντίδας, άνευ αποχρώντος λόγου, στα πλαίσια της αυτής σχέσεως (βλ. ΣτΕ 719/2018 επταμ., 2377/2017, 1095/2001, 2822-2823/1992, 2773, 2775, 2776, 2778/1991).

7. Επειδή, στο Κεφάλαιο Ε΄ του ν. 4589/2019 με τίτλο “Σύστημα διορισμού και προσλήψεων εκπαιδευτικών, μελών ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού (Ε.Ε.Π.) και ειδικού βοηθητικού προσωπικού (Ε.Β.Π.) της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης” ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 53 ότι “Οι κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μελών Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (Ε.Β.Π.), καθώς και οι λειτουργικές ανάγκες της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καλύπτονται με επιλογή προσωπικού που διενεργείται από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) βάσει προτεραιότητας, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα”˙ στο άρθρο 54 ότι “1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί κάθε δύο (2) σχολικά έτη διαδικασία κατάταξης με σειρά προτεραιότητας, κατά κλάδο και ειδικότητα, των υποψηφίων για την πλήρωση των κενών θέσεων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μελών Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π., καθώς και για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η προκήρυξη και η διαδικασία κατάταξης πραγματοποιούνται ύστερα από σχετικό αίτημα του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, το οποίο διατυπώνεται, σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες, κατά κλάδο και ειδικότητα. Με την προκήρυξη καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διεξαγωγή της διαδικασίας. 2. Στη διαδικασία γίνονται δεκτοί οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί και μέλη Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π. που διαθέτουν τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού στην πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 3. Πρόσθετο τυπικό προσόν πλήρωσης των κενών θέσεων εκπαιδευτικών και μελών Ε.Ε.Π. αποτελεί η παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια … 4. … 5. …”˙ στο άρθρο 55 ότι “Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας για τον διορισμό τους ως μόνιμων ή / και την πρόσληψή τους ως αναπληρωτών ή ωρομίσθιων εκπαιδευτικών ή μελών Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π., με τον τρόπο που ορίζεται στη σχετική προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π.”˙ στο άρθρο 56 ότι “1. Οι υποψήφιοι για διορισμό ή πρόσληψη κατατάσσονται κατά κλάδο και ειδικότητα […] στους ακόλουθους αξιολογικούς πίνακες κατάταξης, οι οποίοι ισχύουν έως τη λήξη του δεύτερου σχολικού έτους που έπεται της λήξης του σχολικού έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α) Πίνακας Α΄ (Εκπαιδευτικών Γενικής Εκπαίδευσης). β) Πίνακας Β΄ (Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης – Ε.Α.Ε.). γ) Πίνακας Γ΄ (Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π.) … 2. … 3. Κατά τη διάρκεια ισχύος τους, οι αξιολογικοί πίνακες κατάταξης δεν τροφοδοτούνται με νέα στοιχεία”˙ στο άρθρο 57 ότι “Ο αξιολογικός πίνακας Α΄ καταρτίζεται με βάση τα ακόλουθα προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, όπως αυτή προκύπτει από την αθροιστική βαθμολόγηση των κριτηρίων αυτών, ως εξής: α) Ακαδημαϊκά Προσόντα: εκατόν είκοσι (120) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο, οι οποίες αναλύονται για τους κλάδους της ΠΕ κατηγορίας ως εξής: αα) Διδακτορικό δίπλωμα: σαράντα (40) μονάδες. ββ) Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους: είκοσι (20) μονάδες. γγ) Δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους: οκτώ (8) μονάδες. δδ) Δεύτερο πτυχίο Α.Ε.Ι.: επτά (7) μονάδες. εε) Ο βαθμός του πτυχίου: για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως δέκα (10), το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή δύο μονάδων και πέντε δεκάτων της μονάδας (2,5) και με ανώτατο όριο τις είκοσι πέντε (25) μονάδες. … στστ) Άριστη γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών: επτά (7) μονάδες για καθεμία (1) εξ αυτών. ζζ) Πολύ καλή γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών: πέντε (5) μονάδες για καθεμία (1) εξ αυτών. ηη) Καλή γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών: τρεις (3) μονάδες για καθεμία (1) εξ αυτών. θθ) Πιστοποιημένη γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή Α´ επιπέδου (ενότητες Επεξεργασία Κειμένου, Υπολογιστικά Φύλλα και Υπηρεσίες Διαδικτύου): τέσσερις (4) μονάδες. ιι) Επιμόρφωση Α.Ε.Ι. ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, διάρκειας τουλάχιστον τριακοσίων (300) ωρών που πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον επτά (7) μηνών: δύο (2) μονάδες. β) Εκπαιδευτική προϋπηρεσία: εκατόν είκοσι (120) μονάδες κατ’ ανώτατο όριο, οι οποίες αναλύονται ως εξής: μία (1) μονάδα ανά μήνα πραγματικής εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας έως κατ’ ανώτατο όριο εκατόν είκοσι (120) μήνες. γ) Κοινωνικά κριτήρια: αα) Αριθμός τέκνων: τρεις (3) μονάδες για κάθε τέκνο ανήλικο για το οποίο ο υποψήφιος έχει τη γονική μέριμνα και επιμέλεια ή άγαμο και δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό τρίτο (23ο) έτος της ηλικίας ή σπουδάζει σε Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ομοταγές ίδρυμα της αλλοδαπής ή εκπληρώνει τη στρατιωτική του υποχρέωση και δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του. ββ) Αναπηρία πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω του υποψηφίου ή του/της συζύγου, εφόσον ο έγγαμος βίος έχει διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη, ή τέκνου: το γινόμενο των μονάδων το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσοστού αναπηρίας με συντελεστή τεσσάρων δεκάτων (0,4) της μονάδας. … Η αναπηρία του υποψηφίου μοριοδοτείται εφόσον δεν οφείλεται κατά κανένα ποσοστό σε ψυχικές παθήσεις”˙ στο άρθρο 61 ότι “1. Το Α.Σ.Ε.Π. καταρτίζει κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην οικεία προκήρυξη τους προσωρινούς αξιολογικούς πίνακες κατάταξης Α΄, Β΄ και Γ΄ (Γ1 και Γ2), καθώς και τον προσωρινό επικουρικό αξιολογικό πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 58, οι οποίοι αναρτώνται στις ιστοσελίδες του Α.Σ.Ε.Π. και του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. … 2. Οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν ένσταση κατά των ανωτέρω πινάκων σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επομένη της ανάρτησής τους στην ιστοσελίδα του Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις οικείες περί Α.Σ.Ε.Π. διατάξεις. 3. Ύστερα από τον έλεγχο των ενστάσεων, καταρτίζονται από το Α.Σ.Ε.Π. οι τελικοί αξιολογικοί πίνακες κατάταξης Α΄, Β΄ και Γ΄ (Γ1´ και Γ2´), καθώς και ο τελικός επικουρικός αξιολογικός πίνακας της παραγράφου 4 του άρθρου 58, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την περίπτωση ιε΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3469/2006 (Α΄ 131). 4. …”˙ στο άρθρο 62 ότι “1. Οι υποψήφιοι που εντάσσονται στους τελικούς αξιολογικούς πίνακες Α΄, Β΄ και Γ´ (Γ1΄ και Γ2΄) μπορεί να διορίζονται κατά τη διάρκεια της ισχύος τους, ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες, σε κενές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μελών Ε.Ε.Π. ή Ε.Β.Π., εφόσον πληρούν τα γενικά προσόντα διορισμού και δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους κωλύματα διορισμού στο Δημόσιο. 2. … 3. … 4. Ο διορισμός των εκπαιδευτικών και μελών Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π. διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, βάσει της σειράς κατάταξής τους στους τελικούς αξιολογικούς πίνακες, καθώς και των δηλωθεισών προτιμήσεων. … 5. … 6. … 7. …”.

8. Επειδή, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του κεφαλαίου Ε΄ του ν. 4589/2019 εισάγεται πάγιο σύστημα για την εφεξής επιλογή του εκπαιδευτικού προσωπικού (μονίμων, αναπληρωτών και ωρομισθίων) της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, βάσει προκήρυξης που εκδίδεται ανά διετία και συμμετοχής των υποψηφίων σε διαδικασία κατάταξης σε αξιολογικούς πίνακες βάσει σειράς προτεραιότητας, ανάλογα με τη βαθμολογία τους σε προκαθορισμένα, μοριοδοτούμενα κριτήρια [ακαδημαϊκά προσόντα, εκπαιδευτική προϋπηρεσία, κοινωνικά κριτήρια (αριθμός τέκνων, αναπηρία)] (βλ. ΣτΕ 1866/2020 επταμ.). Το σύστημα αυτό επιλογής των υποψηφίων βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στα κριτήρια της εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας και των ακαδημαϊκών προσόντων, στα οποία ο νομοθέτης προσέδωσε μείζονα βαρύτητα, προβλέποντας τη βαθμολόγησή τους με τις περισσότερες μονάδες (έως 120 μονάδες για καθένα από τα κριτήρια αυτά), έχοντας υπόψη ότι, με τον τρόπο αυτόν, πραγματώνεται η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις. Επίσης, στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος κρατικής μέριμνας, προβλέφθηκαν, αφενός για τα άτομα με αναπηρία, αφετέρου για τους έχοντες ανήλικα τέκνα, κοινωνικά κριτήρια, στα οποία, λόγω του ότι από τη φύση τους συνιστούν απόκλιση από την αρχή της αξιοκρατίας, προσδίδεται επικουρικός χαρακτήρας και βαθμολογούνται με λιγότερες, συγκριτικά με τα κύρια κριτήρια, μονάδες (από 20 και άνω για τα άτομα με αναπηρία, αναλόγως του ποσοστού αυτής και 3 μονάδες για κάθε ανήλικο τέκνο). Περαιτέρω, κατά την κρατήσασα γνώμη των Συμβούλων Δ. Μακρή και Β. Ανδρουλάκη, με το κριτήριο βαθμολόγησης του “αριθμού τέκνων” (3 μονάδες ανά ανήλικο τέκνο) εκδηλώθηκε η μέριμνα του νομοθέτη για την προστασία της οικογένειας και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος (άρθρο 21 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος) και, συγχρόνως, η ειδική φροντίδα για τους πολυτέκνους υποψηφίους (άρθρο 21 παρ. 2), οι οποίοι επωφελούνται από τη ρύθμιση αυτή, καθώς η βαθμολογία αυξάνεται αναλογικά με τον αριθμό των προστατευομένων μελών, χωρίς μάλιστα να προβλέπεται, σε αντίθεση με τα λοιπά κριτήρια, όριο στις μονάδες που δύναται να λάβει υποψήφιος στο κριτήριο αυτό. Ενόψει των ανωτέρω, η ρύθμιση αυτή, υποκείμενη σε οριακό ακυρωτικό έλεγχο, δεν μπορεί να εκληφθεί, πάντως, ως έλλειψη ειδικής φροντίδας που, κατά το Σύνταγμα, επιφυλάσσεται στους πολυτέκνους από τον κοινό νομοθέτη. Ο τελευταίος, σταθμίζοντας τις εκάστοτε ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες, διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τη μορφή και την έκταση της παρεχόμενης προς τους πολυτέκνους προστασίας, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται με τη χορήγηση σ’ αυτούς δέσμης παροχών και ευεργετημάτων, τα οποία δεν παρέχονται σε γονείς με λιγότερα τέκνα. Συνεπώς, ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων που ίσχυσαν στο παρελθόν για τους διορισμούς πολυτέκνων σε θέσεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης [άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3255/2004 (Α΄ 138) και άρθρο 9 παρ. 10 του ν. 3848/2010 (Α΄ 71)], ο κοινός νομοθέτης δεν εκωλύετο να εισάγει με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4589/2019 πάγιο σύστημα εφεξής επιλογής των εκπαιδευτικών που θα στελεχώσουν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το οποίο στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, σε αξιοκρατικά κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη επικουρικώς και κοινωνικών κριτηρίων, στα οποία περιλαμβάνεται και ο αριθμός τέκνων των υποψηφίων. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 57 του ν. 4589/2019 είναι αντίθετη με το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος πρέπει, κατά τη γνώμη των ανωτέρω Συμβούλων, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μειοψήφησαν ο Προεδρεύων Σύμβουλος Γ. Τσιμέκας και οι Πάρεδροι Ευαγ. Αργυρός και Β. Γκέρτσος, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 4589/2019, παραβιάζει, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τους αιτούντες πολυτέκνους, την προστατευτική γι’ αυτούς διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο δε, κατ’ αρχάς, διότι ναι μεν ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, προδήλως, εκτιμώντας ελευθέρως τις εκάστοτε εκπαιδευτικές ανάγκες, να θεσπίζει νέο πάγιο σύστημα για την εφεξής επιλογή του εκπαιδευτικού προσωπικού της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατά τροποποίηση των προηγουμένως ισχυουσών διατάξεων, όπως και έπραξε με τον ν. 4589/2019, διαθέτει δε, στο πλαίσιο των νέων ρυθμίσεων που υιοθετεί, ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό τόσο των αξιοκρατικών όσο και των κοινωνικών κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη κατά την εν λόγω επιλογή∙ δεν μπορεί όμως, κατά την άσκηση της ευχέρειάς του αυτής, να παραβιάζει τον στοιχειώδη απαγορευτικό, δεσμευτικό γι’ αυτόν, συνταγματικό κανόνα που απορρέει, κατά τα εκτεθέντα, από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι συνταγματικώς ανεκτός ο περιορισμός ή η υποβάθμιση της παρεχόμενης στους πολυτέκνους ειδικής κρατικής φροντίδας, άνευ αποχρώντος λόγου, στα πλαίσια της αυτής σχέσεως∙ υπό την έννοια δε αυτή, δεν είναι εν προκειμένω δυνατή η θέσπιση από τον νομοθέτη ρύθμισης η οποία καταλήγει σε υποβάθμιση ή περιορισμό της παρεχόμενης στους πολύτεκνους προστασίας υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς επιλογής του ανωτέρω εκπαιδευτικού προσωπικού, εφόσον δεν συντρέχει αποχρών λόγος, συνιστάμενος στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, ο οποίος να την δικαιολογεί (βλ. ΣτΕ 2424/2018, 1936/2017, 1141/1999 επτ. – ή στη στάθμιση των εκάστοτε ισχυουσών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, όταν πρόκειται περί χρηματικής παροχής, βλ. ΣτΕ 2376/2019, 719/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4589/2019 δεν λαμβάνεται κάποια ειδική φροντίδα υπέρ των υποψηφίων που έχουν την ιδιότητα του πολυτέκνου, η δε επίμαχη διάταξη του άρθρου 57 του νόμου αυτού, κατά το μέρος που μοριοδοτεί τον αριθμό τέκνων (3 μονάδες για κάθε ανήλικο τέκνο) αφορά όλους, εν γένει, τους γονείς υποψηφίους, ανεξαρτήτως αριθμού τέκνων, καθόσον σε όλους παρέχεται εξ ίσου η αυτή μοριοδότηση ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων τους. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό, η ανωτέρω ρύθμιση συνιστά υποβάθμιση της ειδικής φροντίδας υπέρ των πολυτέκνων, στα πλαίσια της αυτής σχέσεως, ήτοι κατά την πρόσβαση στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε σχέση με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 10 του ν. 3848/2010, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη (η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 67 περ. γ΄ του ίδιου ν. 4589/2019 που εισήγαγε την επίμαχη ρύθμιση) προέβλεπε τον διορισμό κατηγοριών εκπαιδευτικών, μεταξύ των οποίων και των πολυτέκνων (περ. α΄), σε αριθμό θέσεων καθοριζόμενο με βάση το εύλογο κριτήριο των εκπαιδευτικών αναγκών, συνεκτιμωμένων και των εν γένει δημοσιονομικών δυνατοτήτων και με σειρά που εξαρτάται από γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (πρβλ. ΣτΕ 1454/2019, 1934/2018). Η υποβάθμιση δε αυτή επέρχεται, χωρίς να προκύπτουν προς τούτο αποχρώντες λόγοι αναγόμενοι στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος που να την δικαιολογούν, οι οποίοι είτε να συνάγονται από τις ίδιες τις διατάξεις του ν. 4589/2019 είτε να διαλαμβάνονται στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του νόμου αυτού (ήτοι στην αιτιολογική έκθεση ή στις συζητήσεις στη Βουλή), από τις οποίες, αντιθέτως, εξάγεται το συμπέρασμα ότι σκοπός του νομοθέτη, κατά τη θέσπιση του συστήματος αυτού προσλήψεων εκπαιδευτικών, δεν ήταν να λάβει κάποια ιδιαίτερη μέριμνα υπέρ των πολυτέκνων (βλ. ΙΖ΄ Περίοδος, Σύνοδος Δ΄, Συνεδρίαση ΝΖ΄, 17.1.2019, βλ. ιδίως σελ. 2845-2846, 2858). Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως της επερχόμενης κατά τα ανωτέρω άνευ αποχρώντος λόγου υποβάθμισης, η κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 του ν. 4589/2019 μοριοδότηση των πολύτεκνων υποψηφίων με τρεις (3) μονάδες για κάθε τέκνο τους, όπως και όλων των λοιπών – μη πολυτέκνων – γονέων υποψηφίων (σε σύνολο 280 μορίων) δεν μπορεί, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, να εκληφθεί ως εκπλήρωση της ειδικής κρατικής φροντίδας υπέρ των πολυτέκνων. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή, εφαρμοζόμενη σε όλους γενικά τους γονείς υποψηφίους, ανεξαρτήτως αριθμού τέκνων, εξισώνει αδικαιολόγητα τους πολυτέκνους με τους λοιπούς γονείς υποψηφίους, παρά το γεγονός ότι οι πολύτεκνοι τελούν υπό προδήλως διαφορετικές νομικές και πραγματικές συνθήκες έναντι των λοιπών γονέων, λόγω της ιδιαίτερης συνεισφοράς τους στην αντιμετώπιση του οξυμένου – λόγω και της οικονομικής κρίσης – δημογραφικού προβλήματος της χώρας (και των ευρύτερων εθνικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που επάγεται η συρρίκνωση του πληθυσμού), χάριν της οποίας, κατά τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη του άρθρου 21 παρ. 2, οι πολύτεκνοι «έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το κράτος». Εξ άλλου, ούτε η μη θέσπιση ανωτάτου ορίου στη μοριοδότηση αυτή πραγματώνει εν προκειμένω την υποχρέωση του νομοθέτη να λάβει ειδική φροντίδα υπέρ των πολυτέκνων, διότι, πέραν του ότι η θέσπιση ενός τέτοιου ορίου δεν θα προσιδίαζε εν προκειμένω στη φύση της μοριοδότησης όπως αυτή καταστρώνεται από τον νομοθέτη – εφόσον συναρτάται με τον αριθμό των τέκνων των υποψηφίων – η μη θέσπιση ανωτάτου ορίου δεν ωφελεί το σύνολο των πολυτέκνων, ήτοι όσους έχουν τουλάχιστον τέσσερα τέκνα και άνω αλλά, ενδεχομένως και συγκριτικά με τη βαθμολόγησή τους και στα υπόλοιπα κριτήρια, μια μικρή μερίδα αυτών (των λεγόμενων “υπερπολυτέκνων”). Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η διάταξη του άρθρου 57 του ν. 4589/2019, κατά το μέρος που αφορά τους πολυτέκνους υποψηφίους παραβιάζει διττώς το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατά πρώτον διότι, όπως εκτέθηκε, καταλήγει σε υποβάθμιση της ειδικής κρατικής φροντίδας η οποία υφίστατο υπέρ των πολυτέκνων υποψηφίων υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (με την κατάργηση του άρθρου 9 παρ. 10 του ν. 3848/2010), στην οποία δύναται βεβαίως να προβεί ο νομοθέτης, όχι όμως, κατά τα εκτεθέντα, χωρίς τη συνδρομή αποχρώντος προς τούτο λόγου, επίκληση του οποίου δεν γίνεται στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω δε, και ανεξαρτήτως αυτού, διότι η επίμαχη διάταξη, αφ’ εαυτής, δεν παρέχει στους πολυτέκνους την κατ’ άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος ειδική φροντίδα, διότι δεν τους μεταχειρίζεται ως διακριτή ομάδα για την οποία προβλέπει παροχή ειδικής κρατικής φροντίδας, αλλά τους εξομοιώνει με τους λοιπούς γονείς υποψηφίους λόγω της κοινής ανά τέκνο μοριοδότησης για όλους τους γονείς αδιακρίτως∙ με τον τρόπο αυτόν όμως δεν παρέχει ειδική φροντίδα στους πολυτέκνους, αφού το ίδιο ευεργέτημα (3 μόρια ανά τέκνο) παρέχεται και σε γονείς με λιγότερα τέκνα.

9. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 3, καθ’ ο μέρος ασκείται από τους αιτούντες που αναφέρονται στο δικόγραφο με τους αριθμούς 71, 108, 122, 166, 173, 176 και 177. Περαιτέρω, ενόψει της σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 8, σχετικά με τη συνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 57 του ν. 4589/2019, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει, κατά τα λοιπά, να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ. α΄ του π.δ. 18/1989, στην Ολομέλεια και να ορισθεί εισηγητής ο Σύμβουλος, Β. Ανδρουλάκης.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους αιτούντες που αναφέρονται στο δικόγραφο με τους αριθμούς 71, 108, 122, 166, 173, 176 και 177.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Ορίζει εισηγητή τον Σύμβουλο Επικρατείας Β. Ανδρουλάκη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2020

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                      Ο Γραμματέας

Γ. Τσιμέκας                                                 Ν. Βασιλόπουλος

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 2021.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                 Ο Γραμματέας

Γ. Τσιμέκας                                                 Α. Γεωργακόπουλος

Η Λ Ι Α Σ Δ. Κ Ο Λ Λ Υ Ρ Η Σ
Δ Ι Κ Η Γ Ο Ρ Ο Σ παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ
Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Παν/ου Χαϊδελβέργης
LL.M. Heidelberg Συνταγματικού Δικαίου
MΔΕ Νομικής Αθηνών Διοικητικού Δικαίου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 32 – ΑΘΗΝΑ
Τηλ.: +302103608504, +302103643637 – Fax: +302103608509
Web: www.koliris.gr – AM ΔΣΑ 25296