Πρωτοδικείο Αθηνών
Εργατικές διαφορές

Αριθμός Αποφάσεως
120/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή … …, Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα … …

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

  • Του ενάγοντος: …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας Ψαρρέα.
  • Του εναγόμενου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου το, Κυριακής Ρεντζεπέρη.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 1-10-2019 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 2197/2-10-2019, προσδιορίσθηκε1 μετ’ αναβολή για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Γίνεται παγίως δεκτό το ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Αυτό συμβαίνει, όμως, όταν ζητείται η αναγνώριση της έννομης σχέσεως από την οποία απορρέει η παραγεγραμμένη αξίωση. Στη νομική γλώσσα, υπό διαφορετική της «ενοχής» έννοια, γίνεται χρήση του όρου «ενοχική σχέση». Δι’ αυτής δηλώνεται συνήθως ευρύτερη και περιεκτικότερη ενιαία έννομη σχέση (π.χ. η όλη σύμβαση), εκ της οποίας γεννώνται ειδικότερες ενοχές, δηλαδή οι διάφορες κατ’ ιδίαν υποχρεώσεις (ή απαιτήσεις) δι’ εκάτερον των μερών. Έτσι κάθε σύμβαση αποτελεί μεν ενιαία ενοχική σχέση, αλλά δεν εκφράζεται δια του όρου «ενοχή». Η διάκριση αυτή καταφαίνεται στη γένεση, μεταβίβαση, παραγραφή και εν γένει απόσβεση των ενοχών. Η παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως, όπως της συμβάσεως, δεν είναι νοητή, διότι σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις, δηλαδή οι κατ’ ιδίαν ενοχές (απαιτήσεις). Επίσης, όπου ο νόμος ομιλεί περί αποσβέσεως ενοχής, εννοεί την κατ’ ιδίαν υποχρέωση (ή απαίτηση), ενώ απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, πράγμα που σημαίνει της όλης συμβάσεως, χωρεί όπου και όπως ορίζει τούτο ο νόμος (π.χ. άρθρα 389 παρ. 2,509 κ.λπ. του ΑΚ). Ειδικότερα, επί συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή των πηγαζουσών εξ αυτής κατ’ ιδίαν αξιώσεων για αποδοχές από διάφορες αιτίες, δεν συνεπάγεται και απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, που συνδέει τα μέρη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως και στην περίπτωση που ζητείται η αναγνώριση του ορθού χαρακτηρισμού της υποκρυπτόμενης ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με κατ’ επίφαση συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στο πλαίσιο των οποίων παρείχε την εργασία του σ’ αυτό, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενώ στην πραγματικότητα συνιστούσαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ζητεί την αναγνώριση ότι συνδέεται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, όπως διορθώθηκε με τις προτάσεις, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον και παραδεκτώς ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 16 αριθ. 2, 25 και 614 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, ως προς τα κύρια αιτήματά της, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/20, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, εκτός από το αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ, το οποίο αίτημα είναι μη νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 Ν. 2097/52 και 909 ΚΠολΔ. Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, και από τις επιμέρους ομολογίες τους αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι συντηρητής αρχαιοτήτων, εργάζεται δε από το έτος 1997 μέχρι σήμερα υπό την εποπτεία της ΙΖ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών αρχαιοτήτων σε μια πληθώρα αρχαιολογικών έργων της. Στις διαδοχικές του εργασιακές συμβάσεις όπως αυτές αποτυπώνονται στα έγγραφα των αρμόδιων υπηρεσιών, ο ενάγων φέρεται ως συνδεόμενος με το εναγόμενο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου σαν ωρομίσθιος. Ο χαρακτηρισμός όμως αυτός των συμβάσεων αυτών ορισμένου χρόνου δεν αποτυπώνειτην πραγματική φύση της εργασιακής του σχέσης η οποία είναι εκείνου της αορίστου χρόνου. Όπως προαναφέρθηκε, ο εναγών είναι συντηρητής αρχαιοτήτων σε μια Χώρα που τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι αναρίθμητα. Από την πρόσληψή του μέχρι σήμερα ο ενάγων ασχολείται με αναστυλώσεις, αποτυπώσεις, την προστασία των προϊστορικών οικισμών και των ίδιων των κλασικών μνημείων. Η δραστηριότητα αυτή του ενάγοντος που είναι εξαιρετικά επίπονη δεν εξαντλείται σε κάποια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αλλά είναι μια ατέρμονη διαδικασία αφού η διαφύλαξη και συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας γίνεται συνεχώς και δεν περατώνεται στα χρονικά όρια μιας κατ’ ευφημισμόν εργασιακής σύμβασης «ορισμένου χρόνου, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό της συμβάσεως του ενάγοντος, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το γεγονός ότι οι συμβάσεις του ενάγοντος είναι ασυνεχείς για ανάγκες συνεχείς. Αλλωστε δεν δύναται να επέλθει απόσβεση με παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως που συνδέει τους διαδίκους, δηλαδή της αναφερόμενης στην αγωγή συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον ο ενάγων επικαλείται ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως είναι η αναγνώριση της νομιμότητας του καθεστώτος απασχόλησής του, που θεμελιώνουν έννομο συμφέρον αυτού για την άσκηση της ένδικης αγωγής και την αναγνώριση ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, από της αρχικής προσλήψεώς του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι συμβάσεις του αυτές, ως έννομη σχέση, συνεχίζονται από τότε και είναι ακόμη ενεργές, έστω και αν έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι πηγάζουσες εξ αυτές (συμβάσεις εργασίας) κατ’ ιδίαν αξιώσεις του ενάγοντος (όπως για μισθούς). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αγωγή με την οποία ζητείται πρώτιστος η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας” της εν λόγω συμβάσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55, για την οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζει με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά υπολογίζει με χρόνο ενάρξεως τις προηγούμενες από την τελευταία σύμβαση, ενώ είναι (και) η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου που αποτελεί μέρος της ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου που τον συνδέει με το εναγόμενο και ως εκ τούτου, δεν είχε παρέλθει η ως άνω τρίμηνη προθεσμία, είναι νόμω αβάσιμος. Και αν ακόμη στο διάστημα αυτό της εικοσαετούς και πλέον υπηρεσίας του εμφανιζόταν ως τυπικά αντισυμβαλλόμενος εργοδότης ιδιώτης, η επίκληση του εναγομένου ότι αυτό διακόπτει τη διαδοχικότητα των συμβάσεων του παρίσταται καταχρηστική.Η ρήτρα λοιπόν της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου παράγει άμεσο αποτέλεσμα στη σχέση των εναγόντων με το εναγόμενο, αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η ρήτρα αυτή δεν παράγει άμεσο αποτέλεσμα, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενσωματώνεται στην εσωτερική έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 8 παράγρ. 3 του Ν. 2112/20 (όπως ερμηνεύεται με βάση το σκοπό του) 671 ΑΚ και 281 ΑΚ. Σε τέτοια περίπτωση οι διατάξεις αυτές αποκτούν ισχύ κοινοτικού δικαίου και υπερισχύουν πάσης αντιθέτου διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας. Πρόβλημα πάντως συγκρούσεως των διατάξεων αυτών με το Σύνταγμα δεν δημιουργείται, αφού το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπάλληλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο μισθός του ενάγοντος από την παροχή της εργασίας του στο εναγόμενο αποτελεί το μόνο βιοποριστικό γι’ αυτόν μέσο και με την αναμονή μέχρι την επέλευση της τελεσιδικίας, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Υφίσταται, συνεπώς, επείγουσα περίπτωση που επιβάλλει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Εν όψει των ανωτέρω η κρινομένη αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή και σαν ουσιαστικά βάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Υποχρεώνει το ως άνω εναγόμενο να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του ενάγοντος όπως πριν και αυτό μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής.

Απειλεί κατά του παραπάνω εναγομένου χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του προς την εκδοθησομένη απόφαση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις  7-2-2022.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
ΚΟΛΛΥΡΗΣ – ΣΥΡΡΟΘΑΝΑΣΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Αναγνωστοπούλου 32  • 10673  Αθήνα • Ελλάδα
Τηλ: 2103608504 – 2103643637 • Fax: 2103608509
Info: www.koliris.gr