Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως το 2020 – 2021 αποτελεί περίοδο πλήρως συνυφασμένη με το ξέσπασμα της πανδημίας του Covid-19 και της προσπάθειας αναχαίτισής της τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι ραγδαίες εξελίξεις που επέφερε κυρίως στην οικονομία των κρατών δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο τον κλάδο του Εργατικού Δικαίου.

Ως ο κλάδος εκείνος του Δικαίου που σκοπό έχει να επιλύσει το «κοινωνικό ζήτημα» και να εξισορροπήσει τα ομολογουμένως αντικρουόμενα συμφέροντα εργοδότη-εργαζομένου είναι αυτός που επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος. Ολόκληροι κλάδοι επιχειρήσεων-εργοδοτών βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία να δεχτούν τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εργαζομένων τους και αντιστοίχως μαζικά εργαζόμενοι βρέθηκαν σε θέση να μη μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους (ευπαθείς ομάδες, νοσούντες κλπ).

Από τον Φεβρουάριο 2020 μέχρι και σήμερα, πληθώρα ΠΝΠ έχουν εκδοθεί με σκοπό να ρυθμίσουν τις έκτακτες καταστάσεις και να μοιράσουν ισομερώς το βάρος των δυσμενών συνεπειών του κορωνοϊού ανάμεσα στα μέρη, αξιοποιώντας τη δυνατότητα του άρθρου 44 Σ. Πιο συγκεκριμένα, η επιβολή αναστολής σε ορισμένες επιχειρήσεις-ΚΑΔ με κρατική εντολή με σκοπό να αποφευχθεί η μετάδοση του κορωνοϊού με ρητή απόφαση του έκτακτου νομοθέτη αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας. Ακολούθως, κατά το 656 ΑΚ, ο εργοδότης που δεν μπορεί να απασχολήσει τους εργαζόμενους, θα έπρεπε να απαλλάσσεται πλήρως από την καταβολή αποδοχών σε αυτούς.

Στην περίπτωση που ο νομοθέτης σιωπούσε, δεκάδες εργαζόμενοι θα στερούνταν πλήρως το εισόδημά τους, γι’ αυτό και με ΠΝΠ 20/03/2020 προέβλεψε την αναστολή των υποχρεώσεων των μερών αμφοτέρως (παροχή εργασίας-μισθού). Όσοι εργαζόμενοι λοιπόν στερούνται του μισθού τους, λαμβάνουν από το κράτος το βοήθημα ειδικού σκοπού. Αντιστοίχως, η ρύθμιση προσαρμόζεται και για τις επιχειρήσεις που λόγω του αισθητώς μειωμένου τζίρου τους δεν δύνανται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Τι γίνεται όμως όταν οι εργοδότες, εκμεταλλευόμενοι την εν λόγω κρατική παροχή, θέτουν τους εργαζόμενούς τους σε αναστολή και παράλληλα ζητούν την παροχή εργασίας τους, είτε στην ίδια θέση είτε σε παρεμφερή είτε απασχολώντας τους στο «back office» σε αποθήκες, καταγραφές κλπ είτε με τηλεργασία από τον χώρο του σπιτιού τους, σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν προκύψει;

Επιπροσθέτως, η ΠΝΠ ρητά προέβλεψε πως δεν είναι δυνατή η μείωση προσωπικού με καταγγελία των συμβάσεων σε όσες επιχειρήσεις τελούν σε αναστολή (είτε λόγω κρατικής εντολής είτε από επιλογή χρήσης της δυνατότητας). Η απαγόρευση αφορά το σύνολο του προσωπικού και διαρκεί για όλο το χρονικό διάστημα της αναστολής στην πρώτη περίπτωση και για επιπλέον ισόποσο χρονικό διάστημα στη δεύτερη. Κατηγορίες μισθωτών όπως οι έχοντες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οικειοθελώς αποχωρούντες και οι αιτούντες συνταξιοδότησης δεν προστατεύονται από την εν λόγω διάταξη.

Ζήτημα τίθεται για το εάν και κατά πόσο η απαγόρευση καταγγελίας είναι υπέρμετρος περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος ντου εργοδότη και της επιχειρηματικής του ελευθερίας εν γένει, ειδικά σε περιπτώσεις που η καταγγελία δεν οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους αλλά σε σπουδαίο λόγο που κλονίζει τη σύμβαση εργασίας.

Με τον ν. 4690/2020 τέθηκε σε ισχύ ο μηχανισμός «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ» που σκοπό έχει την ενίσχυση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και προβλέπει οικονομικές διευκολύνσεις και ελαφρύνσεις για όσες επιχειρήσεις κάνουν χρήση του. Διατηρεί την απαγόρευση της καταγγελίας και δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να προβεί σε μείωση του χρόνου εργασίας μέχρι και 50% είτε για μέρος είτε για το σύνολο του προσωπικού του, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της σύμβασης εργασίας. Οι εργαζόμενοι που εντάσσονται στον μηχανισμό, λαμβάνουν από το κράτος οικονομική ενίσχυση που ανέρχεται σε ποσοστό 60% επί των καθαρών αποδοχών τους και αντιστοιχούν στον χρόνο κατά τον οποίο δεν εργάζονται. Οι ασφαλιστικές τους εισφορές ωστόσο δεν καλύπτονται από τον μηχανισμό. Οι εργοδότες είναι εκείνοι που οφείλουν να τις καλύψουν και μάλιστα υπολογιζόμενες επί του συνόλου του μισθού.

Ένα ακόμη θέμα που απασχολεί έντονα λόγω των κλειστών σχολικών μονάδων είναι η φύλαξη των μικρότερων σε ηλικία τέκνων και η αιφνιδιαστική ανάγκη φροντίδας τους σε εργάσιμες ώρες.

Υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της ΠΝΠ 11/03/2020 θεσμοθετήθηκε για όσο διάστημα παραμένουν κλειστές οι σχολικές μονάδες, δικαίωμα λήψης άδειας ειδικού σκοπού διάρκειας κατ’ ελάχιστον 3 ημερών υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος κάνει χρήση 1 ημέρας από την κανονική του άδεια για κάθε 3 μέρες άδειας ειδικού σκοπού. Ορίζεται ρητά ότι ανά 3 μέρες άδειας ειδικού σκοπού, προστίθεται κανονικά μια μέρα ετήσιας κανονικής άδειας του εργαζομένου, η οποία αφαιρείται από την συνολική δικαιούμενη κανονική άδειά του για το έτος 2020. Οι δύο πρώτες μέρες άδειας ειδικού σκοπού αμείβονται από τον εργοδότη ενώ η τρίτη από τον τακτικό προϋπολογισμό. Επισημαίνεται πως οι ημέρες άδειας ειδικού σκοπού λογίζονται ως χρόνος εργασίας, αμείβονται και ασφαλίζονται ως τέτοιος από τον εργοδότη και λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση δικαιωμάτων του εργαζόμενου όπως αυτά που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας. Με νεότερη εγκύκλιο (39683/1259/1.10.2020) διευκρινίζεται πως εργαζόμενοι που έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα της ετήσιας κανονικής άδειας για το 2020, δύνανται κατά την 4η μέρα άδειας ειδικού σκοπού να δηλώσουν οποιαδήποτε άλλη άδεια νόμιμα δικαιούνται, είτε αυτή χορηγείται με είτε άνευ αποδοχών.

Εν κατακλείδι, άξιο ειδικής μνείας  είναι τι συμβαίνει στην περίπτωση των εργαζομένων που νοσούν με Covid-19 και πώς εκείνοι μπορούν να προστατευτούν. Εφαρμοστέες στην περίπτωση αυτή είναι οι γενικές διατάξεις των άρθρων 657, 658, 660 και 661 ΑΚ. Δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, ο εργαζόμενος εξακολουθεί να διατηρεί την αξίωσή του για μισθό, εάν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. Ο εργαζόμενος δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας, ωστόσο ο εργοδότης έχει κάθε δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό τα ποσά που εξαιτίας του εμποδίου αυτού καταβλήθηκαν από ασφάλιση υποχρεωτική κατά το νόμο. Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται η σχετική αξίωση του εργαζομένου σε περίπτωση τέτοιου εμποδίου δεν μπορεί να υπερβεί τον έναν μήνα, εάν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα έτος μετά την έναρξη της σύμβασης και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Επί του ανωτέρω θέματος εφαρμόζεται αναλογικά η περίπτωση της απλής ασθένειας του εργαζομένου και κατά πρώτο λόγο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2112/1920, ως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν. 4558/1930.

Μαρία Ψαρρέα – α. Δικηγόρος, υπ. LL.M. Εργατικού  Δικαίου – Συνεργάτης

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 32   –   ΑΘΗΝΑ
Τηλ.: +302103608504, +302103643637  – Fax: +302103608509
Email: [email protected]  – ΑΜ Δ.Σ.Α.: 25296
Web: www.koliris.gr